Διαδρομή : Στα ίχνη της βιομηχανικής Καλαμάτας

Μια διαδρομή με θέμα την βιομηχανική ιστορία της Καλαμάτας, από διασωζόμενα παλιά εργοστάσια και παραδοσιακές επιχειρήσεις που προδίδουν τον σπουδαίο πρωτογενή χαρακτήρα που είχε παλαιότερα η πόλη.

Πίσω στην κορυφή

1 - Καπνεργοστάσιο Καρέλια

Η Καρέλια εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες βιομηχανίες της Ευρώπης, εξασφαλίζοντας σημαντικά κέρδη, καθώς και την προβολή τόσο των ελληνικών καπνών όσο και της εγχώριας επιχειρηματικής δράσης στη διεθνές επίπεδο. Βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η επιχείρηση των αδερφών Καρέλια παρουσιάζεται στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Γεώργιος και Ευστάθιος Καρέλιας ιδρύουν το 1888 μια μικρή καπνοβιομηχανία στην Καλαμάτα, ένα μικρό κοφτήριο, του οποίου η παραγωγή διατίθεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας. Η απουσία καπνοκαλλιεργειών στην περιοχή αναγκάζει τα δύο αδέρφια να μεθοδεύσουν την προμήθεια πρώτης ύλης από το Αγρίνιο και τη Λαμία. Η προμήθειά τους γίνεται με καΐκια, μια και το κόστος για οδικές μεταφορές είναι υπέρογκο. Η επιχείρηση αποκτά σημαντική φήμη στην περιοχή της δράσης της, γεγονός που συμβάλλει στην εξέλιξή της. Η τελευταία θα έρθει, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή τόσο για την εταιρεία όσο και την ελληνική βιομηχανία καπνού, όταν στη χώρα μας εισάγεται η πρώτη μηχανή παρασκευής έτοιμων σιγαρέτων. Περίπου σε δύο ή τρεις χιλιάδες ανέρχεται η ημερήσια παραγωγή τσιγάρων, προκαλώντας ένα σημαντικό κλονισμό στην απασχόληση των καπνεργατών. Η οικογένεια Καρέλια αναπτύσσεται ακριβώς αυτήν την εποχή των αλλαγών στον τομέα της παραγωγής. Μετά το 1916 και την ευρεία διάθεση στην αγορά των έτοιμων τσιγάρων «Πετρόμπεης Σιγαρέτα Αφοί Καρέλια», η επιχείρηση εισέρχεται σε μια άκρως, ανελικτική πορεία. Συγκεκριμένα, έπειτα από την εισαγωγή για την οικογένεια Καρέλια της πρώτης, μεταποιητικής μηχανής, η ομώνυμη επιχείρηση αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στην ελληνική αγορά. Με την παραγωγή και προώθηση των τσιγάρων «Αφοί Καρέλια» και «Σέρτικα Λαμίας» η επιχείρηση αρχίζει να μονοπωλεί τη γεύση των Πελοποννήσιων και το κόκκινο, χαρακτηριστικό, πακέτο γίνεται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της εποχής. Η οικογένεια, πέραν πάσης αμφιβολίας, αποτέλεσε το σημαντικότερο φορέα για την ανάδειξη της ελληνικής καπνοβιομηχανίας σε ηγετική θέση, τόσο στην περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνεισφορά της στη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών της περιφέρειας κρίνεται αποφασιστικής σημασίας. Η οικογένεια αποτελεί κεφάλαιο και αντικείμενο ενός σεβασμού, ο οποίος θα παραμένει πάντα διαχρονικός και επίκαιρος.

2 - Μεταξουργείο Αφων Στασινοπουλοι

Τμήματα βιομηχανικού κτηρίου που στεγάζει επιχείρηση μεταλλουργείο και αποτελούσε ένα από τα γνωστότερα Μεταξουργεία της πόλης. Στη δεκαετία του 1880, παρά την ασθένεια του μεταξοσκώληκα (πεπερίνη) που έχει ήδη ενσκήψει στην ελληνική σηροτροφία, οι επενδύσεις στο μετάξι συνεχίζονται. Τότε (1882) ιδρύεται η "φάμπρικα" των αδελφών Στασινόπουλων από το Βυζίκιο της Αρκαδίας, επί της οδού Φαρών, στη συνοικία της Φυτειάς, κέντρο της εργατιάς στον μεσοπόλεμο.

3 - Κτήριο ιδ. Κληρ/μων Καλλικούνη Ν.

Ο Γεώργιος Καλλικούνης, με έντονες τις μνήμες της παιδικής ηλικίας και με εφόδιο τις γνώσεις και εμπειρίες της πολύχρονης παραμονής του στην Τεργέστη, συνδυάζει και εκχυλίζει, χρησιμοποιώντας οινόπνευμα από σταφίδα και κρασί, μία μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών, βοτάνων, ριζών, ακόμη και λουλουδιών, όπως το τριαντάφυλλο, το γιασεμί και το αγιόκλημα, που ευδοκιμούν σε αφθονία στους μπαξέδες της Καλαμάτας. Ο εξάδελφός του, Νικόλαος Καλλικούνης, καθηγητής της Φαρμακολογίας και κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διαπρεπής μελετητής των ιδιοτήτων των φαρμακευτικών φυτών, συνδράμει ουσιαστικά το έργο του Γ. Καλλικούνη, προτείνοντας τη χρήση νέων βοτάνων, όπως της γαλάνγκας, της αρτεμισίας, φύλλων ευκάλυπτου και άλλων. Εν συνεχεία την επιχείρηση αναλαμβάνει ο Νικόλαος Καλλικούνης, γιος του Γεωργίου, ο οποίος προσανατολίζεται αρχικά στην παραγωγή οινοπνεύματος. Ήδη από το 1864 λειτουργούν στην Καλαμάτα «Βιομηχανικά καταστήματα», τα οποία παράγουν οινόπνευμα από ζυμούμενα στέμφυλα (σούμες), τα οποία χρησιμοποιούν καύσιμο ύλη πυρήνα ή ξύλα. Από το 1884 η οινοπνευματοποιία στην Καλαμάτα εκσυγχρονίζεται με την εγκατάσταση από γαλλικές εταιρείες σύγχρονων ατμοκίνητων «ανακαθαριστήρων» με δυνατότητα επεξεργασίας σταφίδων, σύκων και κρασιών. Η ετήσια παραγωγή μόνο στη Μεσσηνία ανέρχεται σε 200.000 οκάδες ή 324.000 λίτρα οινοπνεύματος. Ο Νικόλαος Καλλικούνης εξειδικεύεται στην παραγωγή αποσταγμάτων από τα εκλεκτά κόκκινα κρασιά της Νεμέας και της Μαντινείας, καθώς και από Μοσχάτο από την περιοχή της Πάτρας. Με συνεχή ταξίδια στην περιοχή του κονιάκ στη Γαλλία μυείται στην ιδιαίτερη διαδικασία της ανάμειξης (blending) αποσταγμάτων διαφορετικής προέλευσης. με κύριο σκοπό την ανάπτυξη της ιδιαίτερης ικανότητας «πρόγευσης» του τελικού προϊόντος από το μέλλον, προβλέποντας τη διαρκή ανταλλαγή αρωμάτων και γεύσεων κατά τη διάρκεια παραμονής στα δρύινα βαρέλια. Τα προϊόντα της ποτοποιίας αποκτούν γρήγορα μεγάλη φήμη σε όλη την Ελλάδα.

4 - Βιομηχανία Λιναρδάκη (αύλειος χώρος Μεγάρου Χορού)

Το εργοστάσιο του Λιναρδάκη, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, το οποίο έφτιαχνε σαπούνια, πυρηνέλαιο και πάγο, αποτέλεσε για πολλά χρόνα τη βιομηχανική κίνηση της περιοχής. Το 1993 σταμάτησε τις εργασίες του. Οι φούρνοι, άλλωστε, από το εργοστάσιο βρίσκονται πλέον στον εξωτερικό χώρο του Μεγάρου

5 - Μεταξουργείο Μαλεύρη

Η Μεσσηνία εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο παραγωγής του μεταξιού και ιδιαίτερα η πόλη της Καλαμάτας όπου η μεταξουργία άκμασε από το 18ο μέχρι το μέσα του 20ου αιώνα. Το Μεταξουργείο. Πριν από το γύρισμα του αιώνα (1897) εμφανίζονται στην πόλη τα δύο πρώτα μεταξοϋφαντουργεία ιδιωτών, του Δ. Μαλεύρη και του Κ. Πάτσου. Η διαδεδομένη πρακτική της εργασίας με το κομμάτι δίνει δουλειά σε εκατοντάδες νοικοκυριά της πόλης. Πεντακόσιοι περίπου αργαλειοί ή λάκκοι, όπως τους ονόμαζαν στην Μεσσηνία, δούλευαν με παραγγελίες από τις βιοτεχνίες και ιδιώτες. Σιγά σιγά τα υφαντήρια παίρνουν την σκυτάλη από τα παλιά μεταξουργεία, αναπηνίζοντας τα ίδια το αναγκαίο για την ύφανση μετάξι.

6 - Κυλινδρόμυλοι ΕΝΑ (πρώην Φεραδούρου - Αποστολάκη)

Το νέο κτίριο του μύλου «Φεραδούρου – Αποστολάκη και ΣΙΑ» κατασκευάστηκε το 1928. Μετά το 1934 αρχίζουν οι διαδικασίες συγχώνευσης των δύο επιχειρήσεων που διήρκεσαν έως το 1939. Από τη διαδικασία αυτή προκύπτουν δύο συγκροτήματα. Το πρώτο (1926) βρίσκεται δίπλα στη δεξαμενή του λιμανιού και ονομαζόταν «Ευαγγελίστρια» ή «Επιλιμένιος» ή «Κάτω Μύλος» ή «Μεγάλος Μύλος». Το δεύτερο (1928) βρισκόταν βορειότερα (νοτιοδυτικά του σημερινού Πάρκου Σιδηροδρόμων) και ήταν γνωστός ως «Κυλινδρόμυλος Φεραδούρου – Αποστολάκη» ή «Χερσαίος» ή «Πάνω Μύλος» ή «Μικρός Μύλος».

8 - Κυλινδρόμυλοι Μεσσηνίας "Ευαγγελίστρια"

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα κτήρια της Καλαμάτας και μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, σχεδόν ξεχασμένο σήμερα, που προσπερνάμε αδιάφορα. Το κτήριο της «Ευαγγελίστριας» οικοδομήθηκε το 1926 και δύο χρόνια αργότερα, το 1928, οικοδομείται το νέο κτήριο του μύλου «Φεραδούρου – Αποστολάκη και ΣΙΑ». Μετά το 1934 αρχίζουν οι διαδικασίες συγχώνευσης των δύο επιχειρήσεων που διήρκεσαν έως το 1939. Από τη διαδικασία αυτή προκύπτουν δύο συγκροτήματα. Το πρώτο (1926) βρίσκεται δίπλα στη δεξαμενή του λιμανιού και ονομαζόταν «Ευαγγελίστρια» ή «Επιλιμένιος» ή «Κάτω Μύλος» ή «Μεγάλος Μύλος». Το δεύτερο (1928) βρισκόταν βορειότερα (νοτιοδυτικά του σημερινού Πάρκου Σιδηροδρόμων) και ήταν γνωστός ως «Κυλινδρόμυλος Φεραδούρου – Αποστολάκη» ή «Χερσαίος» ή «Πάνω Μύλος» ή «Μικρός Μύλος». Το συγκρότημα της «Ευαγγελίστριας Α.Ε.» κατασκευάστηκε σε πέντε οικόπεδα που αγόρασε και συνένωσε ο Γ. Σπ. Παπαδόπουλος το 1925. Τα οικόπεδα βρίσκονταν στην παραλία της Καλαμάτας, δυτικά της δεξαμενής του λιμένα. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε σχεδόν αμέσως στην εταιρεία «Στασινόπουλος – Παπαδόπουλος και ΣΙΑ», που μόλις είχε συσταθεί. Ένα μήνα αργότερα, Φεβρουάριος 1925, αγοράστηκαν δύο ακόμη οικόπεδα στην ίδια περιοχή, δυτικότερα των αρχικών. Έως το 1930 η εταιρεία αγόρασε και τα υπόλοιπα οικόπεδα του οικοδομικού τετραγώνου. Η τελευταία αγορά οικοπέδων της εταιρείας προς επέκταση έγινε το 1950. Από τα στοιχεία που υπάρχουν, προκύπτει ότι το κυρίως κτήριο, ο κυλινδρόμυλος, είχε κατασκευαστεί το Δεκέμβριο του 1925. Το 1928 άρχισε η επέκταση των εγκαταστάσεων με την προμήθεια και εγκατάσταση του τρίτου μύλου. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής το εργοστάσιο καταλήφθηκε από τους Ιταλούς και υπέστη μεγάλες ζημιές. Μετά τον πόλεμο κατασκευάστηκε μία ακόμη αποθήκη. Η έλλειψη κεφαλαίων της εταιρείας και τα σημαντικά προβλήματα στο εμπόριο και στην επεξεργασία των σιτηρών είχαν ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση των ρυθμών λειτουργίας της. Με δανειοδότηση μέσω του «Σχεδίου Μάρσαλ» ξεκίνησαν μεταξύ 1951 και 1952 κάποιες επεκτάσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Η τελευταία προσθήκη – επέκταση αποθήκης έγινε το 1969, ενώ στη δεκαετία του 1980 κατασκευάστηκαν σιλό δυτικά της οδού Ύδρας. Ο σεισμός του 1986 έπληξε σοβαρά τις εγκαταστάσεις της εταιρείας και σε συνδυασμό με την έλλειψη κεφαλαίων, την αδυναμία εκσυγχρονισμού και τον ανταγωνισμό από τις άλλες μονάδες, οδηγήθηκε στο κλείσιμο.